παλιάτσος ο [palátsos]: 1.κωμικό πρόσωπο του παλαιού λαϊκού ιταλικού θεάτρου. 2. κωμικό πρόσωπο σε ελαφρά λαϊκά θεάματα (υπαίθριες παραστάσεις
Favorites
184
37:04
παλιάτσος ο [palátsos]: 1.κωμικό πρόσωπο του παλαιού λαϊκού ιταλικού θεάτρου. 2. κωμικό πρόσωπο σε ελαφρά λαϊκά θεάματα (υπαίθριες παραστάσεις
184
37:04