παλιάτσος ο [palátsos]: 1.κωμικό πρόσωπο του παλαιού λαϊκού ιταλικού θεάτρου. 2. κωμικό πρόσωπο σε ελαφρά λαϊκά θεάματα (υπαίθριες παραστάσεις
Listening History
136
2:09:21
136
2:09:21
παλιάτσος ο [palátsos]: 1.κωμικό πρόσωπο του παλαιού λαϊκού ιταλικού θεάτρου. 2. κωμικό πρόσωπο σε ελαφρά λαϊκά θεάματα (υπαίθριες παραστάσεις
136
2:09:21
136
2:09:21